Σάββατο, 23 Νοεμβρίου 2013

Το φαρμακάκι μου

  Γυρνάς στο σπίτι έπειτα από μια εξαντλητική μέρα στη δουλειά. Περνάς μια άσχημη φάση, όπου όλα σου πάνε στραβά. Είσαι στεναχωρημένος για κάτι που σου συμβαίνει. Έχεις εκνευριστεί από κάποια συμπεριφορά. Και η λίστα συνεχίζεται... Υπάρχουν πολλές λύσεις για να τα ξεπεράσεις όλα αυτά, ωστόσο η πιο ιδανική είναι ένα φάρμακο. Ένα φάρμακο γνωστό σε όλους, χορηγείται χωρίς συνταγή γιατρού και, το κυριότερο, εντελώς ανέξοδο.

  Ποιο είναι αυτό; Η αγκαλιά. Σφιχτή και ζεστή, κατά προτίμηση, ειδικά από ανθρώπους πολύ σημαντικούς στη ζωή σου. Που αγαπάς και σ' αγαπούν. Φυσικό παυσίπονο, αντικαταθλιπτικό, αγχολυτικό και πλούσιο σε θετική ενέργεια. Η υπερβολική δοσολογία δεν πρόκειται να σε δηλητηριάσει, ίσα-ίσα που θα σου χαρίσει ένα φωτεινό χαμόγελο.

  Θυμάμαι -μικρή ήμουν ακόμα- τη μαμά μου να επιστρέφει από τη δουλειά κουρασμένη και με πονοκέφαλο. Η πρώτη της κίνηση ήταν να πάρει στην αγκαλιά της εμένα και τον αδερφό μου, να μας φιλάει και να επαναλαμβάνει: "Είστε το φαρμακάκι μου". Αυτόματα σχεδόν, ό,τι άσχημο περιστατικό και αρνητική σκέψη υπήρχε μέχρι εκείνη τη στιγμή, διαλυόταν μαγικά. 

  Σήμερα, κάθε φορά που κάποιος από την οικογένεια επιστρέφει στο σπίτι, όση ώρα και να έχει λείψει, αγκαλιάζει όσους βρίσκονται εκεί. Ίσως ακούγεται κάπως παράξενο αυτό, αλλά -πίστεψέ με- είναι αλήθεια. Ναι, αγκαλιαζόμαστε με τους γονείς μας. Είμαστε δεμένοι. Νιώθουμε πιο δυνατοί με αυτόν τον τρόπο. Η αγκαλιά είναι η ασπίδα μας.

  Δεν με παραξενεύει καθόλου το γεγονός ότι κάθε τόσο βλέπω στο Σύνταγμα ή στο Μοναστηράκι παρέες νεαρών ανθρώπων να κρατούν χαρτόνια "Free Hugs / Δωρεάν Αγκαλιές" και να τις μοιράζουν στους περαστικούς. Νομίζω ότι αυτή η ενέργεια σε τέτοιους καιρούς που διανύουμε, είναι κάτι παραπάνω από απαραίτητη. 

  Μια αγκαλιά σημαίνει ότι κάποιος σε νοιάζεται και θέλει να εξωτερικεύσει με αυτή την κίνηση την αγάπη του προς εσένα. Ότι θέλει να είσαι καλά. Ότι είναι το "φαρμακάκι" σου... 


Πέμπτη, 14 Νοεμβρίου 2013

Μη φεύγεις...

Μη φεύγεις...

Ψιθυρίζω και η φωνή μου τρέμει. Το χέρι μου προσπαθεί να φτάσει το δικό σου. Γιατί δεν μου το δίνεις; Μόνο στέκεσαι μπροστά μου με βλέμμα χαμηλωμένο και οι παλάμες σου δυο σφιχτές γροθιές.

Μη φεύγεις...

Κάνω ένα βήμα για να σε πλησιάσω, μα μένεις ακίνητος. Στην ίδια θέση να κοιτάς το πάτωμα. Ξέρεις πόσες φορές αυτό το πάτωμα μετρούσε τα βήματά μου τις στιγμές που περίμενα με αγωνία έστω και δυο λέξεις από εσένα;

Μη φεύγεις...

Θυμάσαι το πρώτο μας ραντεβού; Ρομαντικό, με τον ήχο της φωνής μου και τη μυρωδιά από το τσιγάρο σου. Γελάσαμε, ανοιχτήκαμε. Μερικές γουλιές καφέ στο ενδιάμεσο και νερό για να πάρει μακριά την αμηχανία. Και στο τέλος, ένα τρυφερό άγγιγμα.

Μη φεύγεις...

Δεν πρόλαβα να σου πω όλα όσα ήθελα τότε. Αμείλικτα κυλούσε ο χρόνος. Μα εγώ σου μιλούσα, γιατί ένιωθα όλο και πιο άνετα, όλο και πιο χαρούμενα μαζί σου. Έδειχνες να το απολαμβάνεις, όμως.  

Μη φεύγεις...

Σε ποιον θα τα πω τώρα; Η φωτογραφία σου είναι μια παρηγοριά, αλλά δεν απαντάει. Η θύμησή σου ξεγελά το μυαλό προσωρινά. Η φωνή σου ηχεί στα αυτιά μου πολύ μακρινά. Κοντεύω να ξεχάσω το πρόσωπό σου.

Μη φεύγεις...

Ακούω το κομμάτι μας και σιγοτραγουδάω. Νιώθω κάτι ζεστό να κυλάει στα μάγουλά μου. Δάκρυα. Φτάνουν στα χείλια μου. Και τότε βγαίνει μια μελωδία που σου λέει: 

Μη φεύγεις, μη φεύγεις, μη φεύγεις...

Στη μεγάλη πόλη - Μανώλης Φάμελλος & Δήμητρα Γαλάνη


  

Κυριακή, 10 Νοεμβρίου 2013

Γιατί στο/η φίλο/η μου;

  Βράδυ Κυριακής. Οδηγώ μετά από συνάντηση με την κολλητή μου που ήρθε για λίγες μέρες στην Ελλάδα από το εξωτερικό όπου εργάζεται. Είχαμε αρκετό καιρό να βρεθούμε, άρα και πολλά νέα να πούμε η μία στην άλλη. Γιατί, όπως και να το κάνουμε, αλλιώς είναι από το κρύο λευκό παραθυράκι της συνομιλίας στο facebook και αλλιώς από τη ζεστασιά της οικειότητας μεταξύ δυο φιλενάδων.

  Τη ρώτησα πώς περνάει μόνη σε ξένη χώρα και κυρίως στη δουλειά της. Αρκούσε ένας μορφασμός του προσώπου της για να καταλάβω αν περνάει ωραία ή άσχημα. Τόσα χρόνια φίλες, έχω μάθει τις εκφράσεις της. Εκείνη η έκφραση, λοιπόν, φανέρωνε μια ελαφρά πικρία. 

  "Καλά είναι, σταδιακά συνηθίζεις", είπε παίζοντας αμήχανα με τα μαλλιά της. "Με πλήρωσαν επιτέλους μετά από δύο μήνες. Ξέρεις τι αγόρασα με τα πρώτα μου λεφτά; Φωτογραφική μηχανή με ειδικό πρόγραμμα επεξεργασίας εικόνων που χρειάζομαι για τη δουλειά". Αμέσως τα μάτια της έλαμψαν από χαρά και ικανοποίηση. Ένιωσα κι εγώ την ίδια χαρά μαζί της. Ένιωσα ότι ανταμείφθηκε για τον κόπο της, όπως εκείνη για τον εαυτό της. 

  Μετά, η κουβέντα στράφηκε γύρω από ένα θέμα υγείας που αντιμετωπίζει το τελευταίο διάστημα μια φίλη μας. Καλή κοπέλα, όμορφη, με υπέροχη φωνή, αλλά άτυχη από πλευρά υγείας, τόσο σωματικής όσο και ψυχικής. Και το χειρότερο είναι ότι η οικογένειά της δεν της συμπαρίσταται όσο θα έπρεπε. Ίσως και όσο θα ήθελε η ίδια. 

"Γιατί να της τα έχει φέρει έτσι η ζωή στα καλά καθούμενα;", με ρωτάει η κολλητή μου.

"Δεν ξέρω", της απαντώ. "Ειλικρινά δεν ξέρω".

"Γι' αυτό να εκτιμάμε όσα έχουμε, Χριστίνα. Τα πάντα. Τους γονείς μας, το σπίτι μας, όλα...", μου λέει αποφασιστικά κοιτώντας με στα μάτια.

  Δεν έχω καταλήξει αν αυτά που μας συμβαίνουν κατά καιρούς -δίκαια ή άδικα- μας αξίζουν κιόλας. Μερικές φορές υπάρχει κάποιος που αποφασίζει για εμάς, είτε λέγεται Θεός είτε τύχη είτε μοίρα... Το σίγουρο είναι ότι αυτά που έρχονται στη ζωή μας, είναι όσα μπορούμε να αντέξουμε. Ο καθένας διαλέγει πώς θα τα αντιμετωπίσει. Δυσκολεύεται, πονάει, και μετά από πολλή προσπάθεια τα καταφέρνει. 

  Βέβαια, από την άλλη, δεν μπορούμε όλοι να βγούμε νικητές. Υπάρχουν και μερικοί που έρχονται δεύτεροι, τρίτοι, εκατοστοί, τελευταίοι. Για κάποιο (άγνωστο;) λόγο γίνονται κι αυτά. Ξεκινάς από ένα "γιατί;" και δεν ξέρεις πού θα σε φτάσει. Κάνεις διάφορες υποθέσεις. Πολλές φορές δεν καταλήγεις σε συμπεράσματα, όμως. Δεν πειράζει. Προσπάθησες.

  Πατάω περισσότερο το γκάζι και δυναμώνω την ένταση του ραδιοφώνου. Χάνομαι στη νύχτα και στις σκέψεις μου...